Μέσα σε όλα τα άλλα έχουμε πλέον και την υποχρέωση να έχουμε κάποια ψυχική νόσο. Δε γίνεται ρε παιδί μου, δεν είσαι σικ αν δεν έχεις μια καταθλιψούλα μια φορά το δίμηνο. Να κλειστείς στο σπίτι, να κλαις τη μοίρα σου και να περιμένεις πότε θα ξυπνήσεις με καλύτερη διάθεση.
Και το καλύτερο από όλα είναι να ζητήσεις επαγγελματική βοήθεια. Με άλλα λόγια να πας σε κάποιον που δεν έχεις ξαναδεί στη ζωή σου και να του πεις όλα αυτά που με τρόμο σκέφτεσαι τα βράδια. Πως δηλαδή θα ήθελες να βιάσεις και να αφήσεις ανάπηρο το αφεντικό σου, πως η κρυφή σου φαντασίωση είναι να αποπλανήσεις το δεκαεξάχρονο του απέναντι διαμερίσματος και μετά να σου φέρνει και τις φίλες της για να μη σε χάσει και πως τα βράδια πριν κοιμηθείς τον παίζεις με τη σκέψη να ήσουν ο Μητσοτάκης.
Καλά όλα αυτά και κανένα πρόβλημα όσο αυτά παραμένουν φαντασιώσεις. Τι γίνεται όμως όταν αυτή η πουτάνα η κοινωνία σου δίνει τη δυνατότητα να τα κάνεις όλα αυτά; Γιατί η γενιά του 90 τα έκανε όλα αυτά έστω και με υποκατάστατα. Γάμησε ότι υπήρχε από ανατολικό μπλοκ με λεφτά για τα οποία δε δούλεψε, λάτρευε να βρίζει το Μητσοτάκη όσο ήταν πρωθυπουργός και τώρα με περισσή ηδονή λέει πως τελικά είχε δίκιο και καλά τα έλεγε ο ψηλός (μη γελάτε ρε μαλάκες, το έχω ακούσει αυτό). Και όσο για το να γαμήσει το αφεντικό, επειδή δε μπορούσε έγινε ο ίδιος αφεντικό στο πρότυπο του καπιταλιστικού βρικόλακα και γάμησε – κυριολεκτικά και μεταφορικά – το εργατικό δυναμικό που είχε την ατυχία να βρεθεί στο δρόμο του.
Και τώρα μας ζητάει και τα ρέστα γιατί λέει μας τα έδωσαν όλα και δεν κάναμε τίποτα.
Ε δε γαμιέστε λέω εγώ;
ΥΓ δεν είμαι σίγουρος ούτε γιατί έγραψα αυτό το πράγμα ούτε τι ήθελα να πω. Αλλά το έγραψα και τώρα πρέπει να το ανεχτείτε. Κάπως έτσι δεν είναι και η ιστορία;
Subscribe to:
Post Comments (Atom)

No comments:
Post a Comment