Friday, September 4, 2009

Αυτοκριτική και αυτοεκτίμηση : πώς τα βάζεις μαζί;

Ημερομηνίες, γεγονότα, συμβάντα, άνθρωποι. Έχω γεμίσει το μυαλό μου με ανούσιες θεωρίες και παραμελώ την ίδια μου τη ζωή. Γιατί όλα αυτά που διαβάζω δεν μπορώ να τα εφαρμόσω στη δικιά μου ζωή. Δεν μπορώ να γίνω αυτός που κάποτε ονειρευόμουνα.... κι ακόμη το κάνω. Χωρίς να ξέρω όμως ποιο είναι το όνειρό μου. Ονειρεύομαι χωρίς αντικείμενο. Ονειρεύομαι για να ονειρεύομαι. Ίσως επειδή αυτό έχω μάθει να κάνω. Το πιο σωστό θα ήταν να είχα γεννηθεί ένα λουλούδι ή ένα δέντρο. Να είμαι ελευθερος να παρατηρώ τον κόσμο να περνά κι εγώ απλώς να ονειρεύομαι, ανήμπορος να αντιδράσω, αδιάφορος στο να αντιδράσω. Όπως είμαι και τώρα. Δίνω μεγαλύτερη σημασία στα βιβλία, παρά στους ανθρώπους. Δίνω μεγαλύτερη σημασία σε πράγματα που γράφτηκαν χιλιάδες χρόνια πριν και όχι σε αυτά που μου λένε ζωντανοί, αναπνέοντες άνθρωποι. Αγαπώ τη σκέψη αλλά μισώ τους ανθρώπους. Μισώ το γεγονός ότι υπάρχουν μαζί μου, με αναταγωνίζονται και τους ανταγωνίζομαι. Γιατί; Για ποιο πράγμα; Φοβάμαι. Φοβάμαι μήπως κάνω κάτι που δεν είναι σωστό και εξαιτίας αυτού του φόβου μου κάνω πάντα λάθη. Λάθη που στοιβάζονται μες στην ψυχή μου, μες στο κεφάλι μου και με στοιχειώνουν, ρίχνουν, με καταβάλλουν και δεν καταφέρνω να τα ξεφορτωθώ. Στοιβάζονται όπως το λίπος γύρω μου. Αυτή η ασπίδα που έχω φτιάξει για να μη με πλησιάζουν οι άνθρωποι. Και να έχω μια δικαιολογία για να μην τους πλησιάζω ούτε εγώ. Είμαι θυμωμένος γιατί είμαι φοβισμένος. Νιώθω σαν ένα άγριο θηρίο πληγωμένο και μόνο στη βροχή και τον αέρα που το μόνο που θέλει είναι ένα απόμερο σημείο για να πεθάνει ήσυχα. Ξέρει όμως πως το τελευταίο πράγμα που θα αντικρύσουν τα μάτια του θα είναι τα όρνια και τα τσακάλια που περιμένουν να γευτούν την εξουσία.

Τα όνειρά μου είναι κενά και οι φόβοι μου γεμίζουν βιβλία. Ξορκίζω τα πάντα με τον ίδιο τρόπο. Τον μοναδικό που ξέρω. Κρύβομαι μέσα στο κουκούλι μου. Να μη χρειάζεται να βλέπω τον κόσμο. Μα ο κόσμος με βλέπει. Το ξέρω. Ξέρω πως μάταια αυτοί που είναι απέξω περιμένουν να βγει η πεταλούδα. Και αυτό με φοβίζει κι άλλο. Κρύβομαι από τον κόσμο μα ο κόσμος είναι πάντα εκεί. Οι άνθρωποι, οι νόμοι τους, οι παρανομίες. Γιατί; Γιατί φοβάμαι τόσο πολύ να ζήσω; Ποιος μου το έμαθε αυτό; Πότε το έμαθα αυτό; Πότε το έπαθα αυτό; Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου πάντα προτιμούσα τη συντροφιά ενός βιβλίου παρά ενός ζωντανού πλάσματος. Μιλούσα με τον εαυτό μου, όπως κάνω και τώρα. Ζω προσπαθώντας να μην κάνω κακό αλλά υποψιάζομαι πως αυτό συμβαίνει μόνο και μόνο γιατί είμαι δειλός. Επειδή φοβάμαι ότι θα με πιάσουνε, θα με κάνουν να πληρώσω για ότι έκανα ή πως κάποιος άλλος θα μου κάνει τα ίδια. Αν δεν υπήρχε ο φόβος της τιμωρίας ή των αντιποίνων δεν ξέρω για τι θα ήμουν ικανός.

Δεν ξερω αν έχω το κουράγιο να... να κάνω τι; Αφού ξέρω πως δεν είμαι παρά μια κακή ανάμνηση. Αυτή μου τη ζωή θα ήθελα μάλλον να την ξεχάσω αν υπάρχει κι άλλη.

Εργασία και δουλειά

Η σοφία της συλλογικής σκέψης αποδεικνύεται στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει κάποιες λέξεις και αποδίδει το πραγματικό τους νόημα πέρα από την «επίσημη» έννοια που έχουν στα πλαίσια του πολιτικά ορθού.

Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι και η εργασία. Θυμάμαι πιτσιρικάς τους μεγαλύτερους να αναφέρονται σε κάποιον λέγοντας «εργάζεται εκεί». Σιγά σιγά όμως η λέξη που επικράτησε για την εργασία είναι η δουλειά. Είναι προφανές και χωρίς εικοσαετείς σπουδές στη γλωσσολογία πως η λέξη δουλειά είναι μια παράφραση της λέξης δουλεία.

Όταν λοιπόν στην καθημερινότητα ακούγεται η λέξη δουλειά αναφερόμαστε στην ουσία σε μία κατάσταση εκμετάλλευσης με τους πιο στυγνούς όρους, τη σύγχρονη δουλεία. Η έννοια της εργασίας εμπεριέχει την παραγωγή έργου – άλλωστε ετυμολογικά αυτό σημαίνει – ενώ η έννοια της δουλειάς – δουλείας όχι. Με άλλα λόγια όταν δουλεύουμε δεν υπάρχει η έννοια της παραγωγής κάποιου χρήσιμου έργου παρά μόνο η αναγκαιότητα της επιβίωσης μέσω της χρηματικής αμοιβής.

Δουλεύουμε γιατί είναι μια προσωπική αναγκαιότητα, η οποία τίθεται με τους καθαρά κυνικούς όρους μιας επιλογής ανάμεσα στη δουλειά και στην κοινωνική εξόντωση. Αυτή η θέση και η τοποθέτησή της στη σύγχρονη κοινωνία δε σημαίνει πως παλιότερα η έννοια της εργασίας είχε να κάνει με την πραγματική έννοια της παραγωγής έργου ή δεν ήταν μια επιλογή που πήγαζε από την αναγκαιότητα της επιβίωσης. Το αντίθετο μάλιστα. Ίσως σήμερα απλά να συνειδητοιποιούμε αυτή την αλήθεια και απλά να τοποθετούμε τη δουλειά στις πραγματικές της διαστάσεις.

Αυτή η απλή διαπίστωση έχει μεγάλη ψυχολογική και κοινωνιολογική σημασία όμως.

Ο σημερινός άνθρωπος εργάζεται ως τμήμα μιας μεγάλης μηχανής που αποτελείται από εργαζόμενους που τελούν εν πλήρη αγνοία όσον αφορά το τελικό αντικείμενο της παραγωγικής διαδικασίας και οι οποίοι απλά εκτελούν ένα προκαθορισμένο από μια αόριστη αναγκαιότητα τμήμα της συνολικής εργασίας χωρίς να έχουν γνώση ούτε του ποιου ακριβώς είναι το αντικείμενο της εργασίας τους ούτε την αναγκαιότητα που οδήγησε στην επιλογή της παραγωγής του. Υπό αυτό το πρίσμα ένας εργαζόμενος σήμερα δεν είναι τίποτα περισσότερο από απλός διεκπεραιωτής καθηκόντων.

Όταν διαπιστώνεις πως ένας άνθρωπος στη σημερινή κοινωνία περνά το μεγαλύτερο μέρος της καθημερινότητάς του με μια δραστηριότητα την οποία αντιλαμβάνεται ως καταναγκαστική και κατ’ ουσία άχρηστη για τη δική του εξέλιξη, είναι ηλίου φαεινότερον πως έχουν τεθεί οι βάσεις για την οικοδόμηση μιας χρόνιας κατάθλιψης και την αποχή από την κοινή δράση.

Η αίσθηση ευθύνης για το κοινωνικό σύνολο είναι μια έννοια που βασίζεται στην αλληλεπίδραση της ανάπτυξης (ή τέλος πάντων της ευημερίας) του κοινωνικού συνόλου με την αντίστοιχη εημερία του ατόμου. Όταν όμως η πορεία του κοινωνικού συνόλου και η πορεία του ατόμου είναι κατά κανόνα πλήρως διαφοροποιημένες, τότε είναι λογικό το άτομο να μην προσπαθεί να επέμβει στην πορεία του κοινωνικού συνόλου.

Και αυτό γιατί η εργασία είναι η κύριο λόγο έκφραση αλληλεπίδρασης με την κοινωνία. Η παραγωγή έργου με γνώμονα τις κοινωνικές ανάγκες και κατ’ επέκταση το κοινωνικό συμφέρον είναι συστατικό στοιχείο της επιλογής του αντικειμένου της εργασίας. Η κοινωνική συνοχή επιβάλλει την πληρωμή της εργασίας από το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο και συνεπώς τον έλεγχο των επιλογών ενός ατόμου. Η διαφορά που εντοπίζω προσωπικά όμως στη σημερινή πραγματικότητα είναι η αίσθηση πως οι επιλογές αυτές του κοινωνικού ιστού δεν είναι αυθόρμητες και αυτοκαθοριζόμενες, αλλά κατευθυνόμενες όχι από σκοτεινούς κύκλους με σκοπό την παγκόσμια κυριαρχία και άλλες παρόμοιες θεωρίες συνωμοσίας, αλλά από διοικητικά συμβούλια μεγάλων εταιρειών που δρουν με μοναδικό στόχο την αύξηση των κερδών και του μερίσματος των μετόχων.

Υπό αυτό το πρίσμα η δουλειά είναι η μοναδική λέξη που με περιέχει ένα κρυφό νόημα που όλοι αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις αλλά δυσκολευόμαστε να λογικοποιήσουμε. Είναι μια κοινωνική σύμβαση που έχουμε κάνει αλλά την οποία δεν αποδεχόμαστε και ολοκληρωτικά.